ΙΩΒΗΛΑΙΟ ΡΕΜΒΗΣ ΧΡΥΣΗΙΔΩΝ ΣΙΩΠΗΣ (απλή συνωνυμία άλωσης λέξεων)

ΣΚΕΥΗ ΗΔΟΝΗΣ (που βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα): πολύτροπες στροφές με πολύ μεγάλο τίτλο, Φαύλος Δούρειος Χρησμός για την πάλαι ποτέ Επιούσια Ομοιοκαταληξία (η Ποίηση μια ήττα στο παρόν, ο ποιητής ο πιο γενναίος απ’ τους ηττημένους, χρονομέτρης του μηδέν άγαν)

-1-

Όλα ήταν ριγμένα στο μεγάλο πιθάρι της φαντασίας ναύλος για τη λινή κοιτίδα της κυριολεξίας… κι από την έξω τη μεριά γυναίκα σε στάση φαύλης αναμονής άκρατη ποζάρει στη δίνη της παρομοίωσής της

προθέσεις ερασιτέχνη φωτογράφου

με εσωτερικές διαστάσεις χίλιες και μια νύχτες

δρομολόγια επιθυμιών αεί και νυν

που με τους σταλακτίτες επικεφαλής

σεληνιάζονται ανερμάτιστα με κιβωτό χρωμάτων

 

απ’ το ένα σου το αυτί φωνήεντα γκρενά

απ’ το άλλο μου το αφτί

προσήκον κόκκινο ανοιχτό

ανάσκελα προσήκει-

ούρλιαξε σαν έτοιμος από καιρό

της λαγνείας σου τον τελευτώντα ρεμβασμό

 

-2-

Κύκνειοι κάλυκες αείφυλλων γυναικών, χρώματα δισταγμοί συνηρημένοι συν Αθηνά κι άλλες παρωπίδες «δήθεν» σε μαύρο φιλμ βουβό (σε ποιον ιστό του μέλλοντος σκύβαλο παραλήρημα – πέρα βρέχει scrabble νοημάτων μονόλογων μηδέν εις το πηλίκον υψικαμίνου σώματος;)

 

όποιος μπαίνει στο μίσχο του ποιήματος

υγρός και θρύψαλο βαθύς και εύοσμος

γυμνός μες την αχλή του

θα φτάσει στο σμαράγδι του υο υπονοούμενο-

δεύτε πολύπλαγκτον σπασμό

λαξευμένο πολύτροπα σε φλοίσβο αυτοσαρκασμού

 

Στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο ποίημα

επτά πλέθρα έπιασε πέφτοντας ο στίχος

στιγμές με τη λάμψη της αστραπής

αιώνες με τη σφοδρότητα της καταιγίδας

μας χωρίζου άμαχες λέξεις

εκατομμύρια έτη φωτός

ετοιμόρροπη σιωπή εύφημη χρεία

στιχάκια αλληλέγγυα στην ποιητική τους αναδίπλωση

 

-3-

Τρομάζω στη γλώσσα των ποιητών το άγχος της μετ’ επανόδου διαδρομής- πυρ, γυνή και ποίημα τελεσφόρο και κάτι ακόμα που ήταν να ειπωθεί αλλά δεν βρέθηκαν έκπληκτες λέξεις- με υποτάσσει η πεμπτουσία των ανατροπών, με διαπερνάει σειρήνα Φαντασίας και λόγου

όμως σ’ αυτό εδώ το Ποίημα

προπατορική χαρούλα η ποδηλάτισσα

διασχίζει κάθετα το πρωινό μας Σάββατο

αρμενίζοντας όλες τις ευκτικές

παράλληλα μ’ ένα στριγκό κουδούνι-

ιδιωτική οδός δημόσιων λιθοβολισμών

προσπέραση στιγμιαίας νοσταλγίας

απ’ τη γυαλιστερή πλευρά ζουμ ποδηλατόδρομου…

 

Πέρα βρέχει scrabble νοοημάτων μονόλογων

χιονίζει Χρυσηίδες στίχων

μα εγώ δεν είμαι παρά το άθυρμα στις κλαίουσες μονομανίες μου

όμαιμος σε μια λάμψη σαν της αστραπής

στων υακίνθων την ουράνια σκάλα

σ’ ένα ενάλιο κορμί ως τα πλάτη ηχηρών ανέμων-

ψυχή μου διάτρητη στη ρότα άσφαιρου τοπίου

-4-

Ποιήματα μηρυκάζουν άλλα ποιήματα, γραμμική άβατων στίχων στ’ άδυτο περιθώριο άλλων στίχων προστρέχει… Οι προτάσεις των Ποιητών σειρήνες μ’ απειλή και κίνδυνο, μεγαλώνουν στην αφαίρεση μυριάδων «μνήσθητι» – στα χείλια του ασφόδελου μια πολιτεία πασχαλίτσες

 

η ποίηση του καθενός δική του ελπίδα υποτέλειας

μήτρα αλλόκοτης αλληγορίας μύθος αλήθειας,

σύμβολο μνηστήρων μάθημα πάθημα φύρδην μίγδην

τι πλανόδια που είναι η θλίψη

τι βλέμμα η σιωπή των στίχων-

μας χωρίζουν άμαχες λέξεις ως την τέλεια Χρυσηίδα-

έτσι το έδεσα σκοινί κορδόνι το Ποίημα

κάθε τρεις και τόσο μ’ άλλο στιχοπουκάμισο

 

αν όλα τούτα είναι σκιές εμείς πού είμαστε τάχα;

κι ο Έρωτας, το Ποίημα, η αγωνία του η κρυφή

πού απαγκιάζουν έξω απ’ το αμπάρι τους;

σε ποιανού όνειρο μέσα είμαι, είσαι άραγε;

 

πόθος αναστενάρης μέσα σ’ άλλους πόθους

που κάπως ξέρει από μελαγχολία

 

-5-

Ζωγραφίζοντας λέξεις ανθίζουν Ποιήματα προσάναμμα της μοναξιάς που κουβανώ on line στο P.C. μου –βολεύονται τα χέρια των ποιητών στην έτοιμη δομή ραγδαίων στίχων λάθρα βιώσαντες χρησμούς γραμματιζούμενους

 

Ζωγραφίζω μιαν καινούργια μέρα εβένινη χωρίς μεσημέρι

ζωγραφίζω το πρωί δυο μεγάλα μάτια απ’ ουρανό γαλάζιο

ζωγραφίζω νύχτα τους φρουρούς σμάρι κορυδαλλούς και χίμαιρες –

εις αύριον οι σπουδαίες μυοσωτίδες

ό,τι κι αν ζωγραφίζω

οξιές ερειπωμένες πίσω απ’ το κρυμμένο βλέμμα

δισταγμοί που βιώθηκαν κι άλλοι που δεν

διατέλεσαν ριπές του ανέμου στον τρύπιο ουρανό-

 

λέξεις σαν έτοιμες από καιρό

όνειρα σαν βγουν στις αποστάσεις τους

μέσα συθέμελη σιωπή, δέλτα δενδρόβιο

άναυδο και φευγαλέο ΚΛΙΚ

απ’ το φιλί που δεν κατάλαβε

το λυρικό του πάντα

απ’ τη λάμψη και τους υπαινιγμούς που έχουν τα όνειρα

 

 

-6-

Μες στη στρεβλή αναίδεια της νυχτιάς υποτακτική αιδώς χθόνιων ήχων, αχίλλειος πτέρνα φυλλοβόλου λόγου – εμβόλιμα στη μεταφυσική ανησυχία διαδραματίστηκαν δυο σώματα γυμνά… αν γίνουν ποίημα σέπεται, αν μείνουν στη σιωπή τρώνε τα σωθικά τους

ποιητής με μύτη Σιρανό

και πρόσωπο χασάπικο σαράντα

στην αγκαλιά μάγισσας νύχτας

που φέρνει στα κλαδιά της ποιήματα λωτοφάγα-

ν’ αποτάσσεις ενδοιασμούς και φόβο ρούχων

να ιδιοποιείσαι οργασμούς

κι όμως να μην ενδίδεις κατά μέσα-

ένα τοπίο με καλές προθέσεις καμουφλάζ

 

έτη φωτός στα χρώματα της σέπιας

συν Αθηνά και σέλας στιλπνό,

ασύδοτοι υπαινιγμοί παλίρροιας

με την οδύνη της ικεσίας τους στη διαπασών

δος ημίν την περόνη σου σήμερα

την έκρηξή σου άρτον ημών

την ήβη κλαίουσα

σύσσωμη σύγκορμη φυγή

συλλογή μοναξιάς λέξεων

σμήνος μνήμες πουλιών

νυν και αεί μέσα στη νοσταλγία

-7-

Γηράσκω αεί μέσα σε Μεσσίες στίχων μακριά μιαν άλλη σοφία λέξεων ποθώντας, Δεσμώτης στον ίλιγγο της σκιάς των λέξεων…

παλεύουμε στα πράγματα αυτά

καθημερινές έγνοιες, φιλόμαχες τριβές,

να βρούμε μιαν αλληλουχία,

τραβάμε, ξελύνουμε κόβουμε

κάπου θα φτάσουμε έτσι κομματιάζοντας

μια καινούργια πρωτοφανέρωτη ρωγμή

ν’ αγγίξουμε με τα δάχτυλα στα τυφλά

 

είναι όμως κάτι πράγματα

με πείσμα ανεμοστρόβιλου

που παραμένουν στάσιμα στο παραλήρημά τους

γιατί με το γύρισμα του χρόνου

μια τυχόν αλλαγή

σημαίνει θάνατο στους ίσκιους της επιθυμίας

 

-8-

Φτιάχνω ιστορίες με ποιήματα, παραμύθια με φωτιά αγγέλων, φωλιές με χρώματα πουλιών… Μια φωτιά με καίει και κρυώνω κατά μέσα… Δεν μένει τίποτα απ’ τα λόγια αν δεν έρθει πανηγύρι άνοιξης, δεν φεύγουν τα λόγια, αν δεν γεράσουν οι επιθυμίες

 

πιο κορυφαίο όνειρο απ’ την Ποίηση δεν έχεις

πιο ραβδοσκόπο ειδύλλιο απ’ την σιωπή δεν βρήκες,

ποια αναβάθμιση στα ονόματα

παλιλλογίες σώματος

προσχήματα θα βρέξει;

 

στ’ ασφυκτικό δωμάτιο μετά τη βροχή

πάνω στα χαρτιά και τα βιβλία

εκείνη η γκριμάτσα σου η μπλε μοβ λουλουδίζει

στο λίκνο του ποιήματος κουρνιάζουν ανείπωτες λέξεις

απλώνεται άρδην ατέρμονη πολυσημία

παλινωδεί σκύβαλο παραλήρημα

Συμπληγάδα γενίκευση κραυγή μαρμαρωμένη

που σφουγγίζει ερμηνείες

ομφάλιου λώρου της ζωής

 

-9-

Μακριά πολύ μακριά στην Ατλαντίδα γη της Ποίησης μια φεγγαροντυμένη ελάνθανε στην προσμονή παλίντονου αρμονίας λέξεων… που κόκκαλα δεν έχουν και επιούσιο ρέμβη ριζώνουν

 

Όνειρα δεμένα στην άτονη λήγουσα παντός επιστητού,

απλή σκέψη πτερόεντος λόγου άμεμπτων συμβολισμών

με κιβωτό χρωμάτων επιούσιας ομοιοκαταληξίας

 

σήμερα παραλήρημα φυλλοβόλου λόγου, έκπληκτες λέξεις,

αύριο γόρδιο κενό χρόνου, χώρου, ιδεών

σημειολογία Κυριακής με ρίγος δεκαπεντασύλλαβο

κι αν ο Άνεμος, Νοτιάς της Ποίησης,

που φυσά στον Έρωτα αναπνοές Ονείρων,

σε ρωτήσει: Ποια είναι η γλώσσα που μιλάς, θάλασσα εσύ;

Τη γλώσσα της αιώνιας αναζήτησης, να του πεις!

 

-10-

Εκεί που ήξερα να πω το τέλος εύφλεκτο σπέρμα δρομολόγησε την εμβέλεια της βάρδιας του στις έγκλειστες κλεψιγαμίες ως υποχθόνια διάψευση. Φευ! Πάλι θα κάνει κατακλυσμό λέξεων

 

κύκνειου οργασμού άναυδο σώμα

περιβόητο λευκό χαρτί

απ’ το ανοιχτό παράθυρο φεγγίζει η μελαγχολία του καιρού

 

ω μοναξιά εισχωρείς μέσα στο βράδυ

σαν κλητική προσφώνηση βοώντος θανάτου

Advertisements

Εν ριπή κοπετού φωνήεντα εκκρεμή με «γης μαδιάμ» και έξω φρενών», αν γίνουν ποίημα σέπεται, αν μείνουν στη σιωπή τρώνε τα σωθικά τους

ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΠΤΕΡΝΑ ΦΥΛΛΟΒΟΛΟΥ ΛΟΓΟΥ

προφητεύω τη χρυσή βροχή

με σινιάλο υγρόληκτα μογγολικά στιχάκια

η αλήθεια της ζωγραφιάς των στίχων

κουμπωμένη μέχρι το λαιμό-

αχίλλειος πτέρνα φυλλοβόλου λόγου

 

 

μες στη στρεβλή αναίδεια της νυκτός

υποτακτική αιδώς χθόνιων ήχων

 

ω τάδε βίωμα, ω δείνα μετοικεσία

εν πολλαίς αμαρτίαις ομοούσιο όνομα αυγερινής

ανάγλυφη χλωμή, πρωτόπλαστη πελιδνή

ένας καβγάς πολύτιμος

που απόμεινε Νεφέλη,

πολυώνυμη λερναία εμμονή

με τα φτερά της καστανιέτες στο χορό των λουλουδιών-

 

είναι άραγε το μήνυμα όπου μπορεί να τελειώνει

η συναίνεση που εξασφάλισε

το ποίημα μου το γανωμένο στο μίτο λουλουδιών;

 

Εμβόλιμα στη μεταφυσική ανησυχία

διαδραματίστηκαν δυο σώματα γυμνά

 

ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΣ ΡΕΜΒΗ ΜΕ ΔΙΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ

ποίημα που τεντώθηκε στους στίχους

στίχοι μες τη νύχτα

εν ριπή κοπετού φωνήεντα εκκρεμή

με «γης μαδιάμ» και «έξω φρενών»

 

 

αν γίνουν ποίημα σέπεται

αν μείνουν στη σιωπή τρώνε τα σωθικά τους

 

σφίγγα χιαστί, λόγια μικρά

μοναξιά αυτόματη γραφή

απ’ το φιλί που δεν κατάλαβε

το λυρικό του πάντα

απ’ τη λάμψη και τους υπαινιγμούς

που έχουν τα όνειρα

 

βολεύονται τα χέρια των ποιητών

στην έτοιμη δομή ραγδαίων στίχων

λάθρα βιώσαντες

χρησμούς γραμματιζούμενους

 

ερείπια ιερόδουλα γαλάζιου λώρου της ζωής

για ένα βλέμμα μισοφέγγαρο πυρρό

 

ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ ΞΕΓΕΛΑΕΙ Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

ο στίχος σου ο πεντακοσιομέδιμνος λέξη ζευγίτης

συνειδητή παρήχηση σκιρτήματος συμβολισμών

που άνοιξε τα χρώματα στο φόρεμα της άνοιξης,

που άκουσε τον άνεμο πρωθύστερης έπαρσης,

που στης πράσινης θάλασσας το κατωσέντονο

στρώνει σιωπή υποτείνουσα ιωβηλαίου καταπέλτη

 

Κάλπικος καλπάζει ο λόγος της ειρωνείας

τον εαυτό της ξεγελάει

η εξομολόγηση στην ενδοχώρα του Ποιήματος

αδύνατον να παραδεχθείς την Ομοιοκαταληξία

συγκαλυμμένου ρεμβασμού

 

κι απεγνωσμένα από τότε

άλλος προφήτης Ηλίας στίχος

προνομιακός αφηγητής φωτιάς,

προβάρει τη μηδενική εστίαση της δυνατής κραυγής του

στ’ αργυρό δισάκι εσωτερικού μονόλογου

 

ερήμην της μεταφυσικής άπλετου σώματος

 

ΠΡΟΣΗΚΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΤΟ ΚΑΤΑΠΕΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΙΧΩΝ

λέξεις σαν έτοιμες από καιρό

όνειρα σαν βγουν στις αποστάσεις τους

μέσα συθέμελη σιωπή, δέλτα δενδρόβιο

άναυλο και φευγαλέο «κλικ»

φιλί κρυμμένο

στον επίγειο λυρισμό μιας άνοιξης

 

«συν Αθηνά» και σέλας στιλπνόν

έτη φωτός στα χρώματα της σέπιας

ασύδοτοι υπαινιγμοί παλίρροιας

με την οδύνη της ικεσίας τους στη διαπασών-

το καταπέτασμα της εξουσίας στίχων…

 

 

θα κορφολογήσω στο φασκιωμένο

με λιλά κι άσπρα χρυσάνθεμα

κολοβό μου ποίημα

προσήκον κόκκινο ανοιχτό

 

λαξευμένο ανάγλυφο φωνήεν

στην άκρη μεταξένιου ονείρου

 

Μ’ ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ ΖΩΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΜΕΣΟΦΟΡΙ ΤΗΣ ΛΕΞΗ ΠΟΝΤΟΠΟΡΟΣ ΕΝΔΟΜΥΧΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

ποιητής με μύτη Σιρανό

και πρόσωπο χασάπικο σαράντα

στην αγκαλιά μάγισσας νύχτας

που φέρνει στα κλαδιά της

ποιήματα λωτοφάγα

 

Ν’ αποτάσσεις ενδοιασμούς και φόβο ρούχων

να ιδιοποιείσαι οργασμούς

κι όμως να μην ενδίδεις κατά μέσα

με προσωπίδες άνοιξης

να κοσκινίζεις τους αγρούς

ένα τοπίο με καλές προθέσεις καμουφλάζ

 

δος ημιν την περόνη σου σήμερα

την έκρηξή σου άρτον ημών

την ήβη κλαίουσα

σύσσωμη σύγκορμη φυγή

 

Συλλογή μοναξιάς λέξεων

σμήνος μνήμες πουλιών

νυν και αεί μέσα στη νοσταλγία

 

[Τάσος Κάρτας, Οι λέξεις μέσα στο Ποίημα εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι εικόνες που τις έντυσαν λαβύρινθος επιθυμίας λέξεων «για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν» ερήμην – στίχοι εικονολάτρες φωτογραφία λεξιθήρας και η ευπροσήγορη ηχώ της μοναξιάς στο τεντωμένο σχοινί μιας ανάγκης λανθάνουσας για ουρανό!]

Στο ίδιο μήκος χρώματος με την ορμή των στίχων την προσωματική περίοδο του Ποιήματος:

ΣΥΝΑΞΗ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΙΣ ΤΟ ΘΕΑΘΗΝΑΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

μας χωρίζουν άμαχες λέξεις

εκατομμύρια έτη φωτός

ετοιμόρροπη σιωπή, εύφημη χρεία

στιχάκια αλληλέγγυα

στην ποιητική τους αναδίπλωση

στιγμές με τη λάμψη της αστραπής

αιώνες με τη σφοδρότητα της καταιγίδας

άπω βούκινο ερημίας έσω

 

 

με υποτάσσει η πεμπτουσία των ανατροπών

με διαπερνάει σειρήνα Φαντασίας και Λόγου

ποιήματα μηρυκάζουν άλλα ποιήματα,

γραμμική άβατων στίχων

στ΄ άδυτο περιθώριο άλλων στίχων προτρέχει

 

 

κύκνειοι κάλυκες οργασμού

λάμνουν τη μεροληψία τους

εις τι θεαθήναι των λέξεων

 

πόθος αναστενάρης

μέσα σ’ άλλους πόθους

που κάπως ξέρει από μελαγχολία

 

ΣΕ ΠΟΙΑΝΟΥ ΟΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ ΕΙΜΑΙ, ΕΙΣΑΙ ΑΡΑΓΕ;

αν όλα τούτα είναι σκιές, εμείς πού είμαστε τάχα;

κι ο έρωτας, το ποίημα, η αγωνία του η κρυφή

πού απαγκιάζουν έξω απ’ το αμπάρι τους;

ρόδινου ονείρου δόλια μάνα

πεταλίδα στην αφάνα παλίνδρομου βράχου

σείστρο του ανέμου όλη τη νύχτα σαν αγαπιέσαι

στου ουράνιου τόξου τις λιόκαλες σπονδές

σκύβαλο παραλήρημα φυλλοβόλου λόγου

περίακτοι συμβολισμοί αείφυλλων γυναικών-

επιδείνωση άστατου ποιήματος

 

σημαδιακές κουβέντες

όστρια μοναξιά

στα μάτια σου τα χρόνια λόγια

τα πάθη λάθη σε χέρια γυρίζουν

και προπορεύονται απ’ την ανέμη των ποιητών

 

σ’ άλλων ερωτευμένων τα νικηφόρα όνειρα

θ’ ανταμώνουμε κυματισμούς ηδονικών βλεμμάτων

 

ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΜΗΚΟΣ ΧΡΩΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΜΗ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ…

ό,τι χάνεις σε ζωή

στύβοντας έμπνευση και σεκλέτια

μεταγγίζει προς τα μέσα

το σπόρο το καλό τον χερουβίμ:

οιωνοί με τις φτερούγες της κραυγής τους ανοιχτές

οιονεί σιωπή μαρμαρένια κατακλείδα

στον ίδιο παρά φύσιν στίχο…

 

 

τρέχον σώμα πρόσω ηρέμα

 

 

κάγχασε μέσα απ’ το ακουστικό κοχύλι του

ουραγός πρίγκιπας

βασιλιάς των χορευτών της λίμπιντο

 

ακόρεστη δίψα ανάμνησης χρωμάτων

νοσταλγία που αποφανατίστηκε

όμαιμη σ’ ένα αμίλητο κορμί

ως τα πλάτη ηχηρών ανέμων

 

άνοιξες διάπλατα λέξεις πόδια κλαδιά

μαινάδα αμέτρητες φορές και ποίημα μία

ΠΥΡ ΓΥΝΗ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑ ΤΕΛΕΣΦΟΡΟ

τρομάζω στη γλώσσα των ποιητών

το άγχος της μετ’ επανόδου διαδρομής

κάτι ακόμα που ήταν να ειπωθεί

αλλά δεν βρέθηκαν έκπληκτες λέξεις

 

 

ελπίδες του σώματος και της ψυχής

κρυμμένες μες στο στίχο

στο γαλάζιο ουρανό υπαινιγμοί παλίρροιας

ιδιωτική οδός δημόσιων λιθοβολισμών

μέχρι τη χάρτινη άκρη παραλίας

όπου θα αποστάξουνε οι αυριανές μας τύψεις

 

όμως σ’ αυτό εδώ το Ποίημα

προπατορική χαρούλα η ποδηλάτισσα

διασχίζει κάθετα το πρωινό μας Σάββατο

αρμενίζοντας όλες τις ευκτικές

παράλληλα μ’ ένα στριγκό κουδούνι

σε δρίμες αυγουστιάτικες

 

προσπέραση στιγμιαίας νοσταλγίας

από τη γυαλιστερή πλευρά ζουμ ποδηλατόδρομου

 

ΘΕΣΗ ΠΕΡΙΟΠΤΗ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΞΗ ΕΣΚΕΜΜΕΝΑ

δεν πνέει η ανασαιμιά των στίχων

και βλέπω εκείνη τη γυναίκα

φωτιά ψηλή σα ρίγος προσευχής

εικόνισμα που δείχνει την ψυχή όλων των λουλουδιών-

 

έχω πιαστεί στην ίδια παγίδα με Λαιστρυγόνες Κύκλωπες

τη Μαρία Μαγδαληνή θλιμμένη Παναγιά

τις πιο πολλές φορές ήταν Πάσχα

κι έριχνε μια ψηλή βροχή Μεγάλης Παρασκευής

συνονθύλευμα Κυριακής εστίασης-

γόρδιο κενό τρίστρατο φιλί

διελκυστίνδα χρόνου, χώρου ιδεών:

λάθος μονοπάτι πολύφημη στροφή

 

πνιγμένοι στίχοι σ’ ανελέητες στιγμές

βοήθεια με σβησμένη την κραυγή της

 

προτού να είσαι σε θέση να διαλέξεις

άκλιτες λέξεις

απλώνεται άρδην ατέρμονο ποίημα

[Τάσος Κάρτας, Οι λέξεις μέσα στο Ποίημα εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι εικόνες που τις έντυσαν λαβύρινθος επιθυμίας λέξεων «για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν» ερήμην – στίχοι εικονολάτρες φωτογραφία λεξιθήρας και η ευπροσήγορη ηχώ της μοναξιάς στο τεντωμένο σχοινί μιας ανάγκης λανθάνουσας για ουρανό!]

Μια νύχτα το ίδιο περαστικό όνειρο στον τόπο της πρώτης λέξης

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΕ ΣΤΑΣΗ ΦΑΥΛΗΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Όλα ήταν ριγμένα στο μεγάλο πιθάρι της φαντασίας

προθέσεις ερασιτέχνη φωτογράφου

με εσωτερικές διαστάσεις χίλιες και μια νύχτες,

δρομολόγια επιθυμιών αεί και νυν

μ’ επιστροφή από το ζουμ

όπου δαγκώνει τα όνειρα στις ρώγες:

ναύλος για τη λινή κοιτίδα της κυριολεξίας,

επίνειο του τμήματος μεταγωγών των στίχων

 

 

κι από την έξω τη μεριά

γυναίκα σε στάση φαύλης αναμονής

άκρατη ποζάρει στη δίνη της παρομοίωσής της

καθώς από το διερχόμενο ανοιχτό παράθυρο

ξεπροβάλλει προσεχώς σαν το κυρίως θέμα

ειδυλλιακό τοπίο νεκρής φύσης,

που με τους σταλακτίτες επικεφαλής

σεληνιάζεται ανερμάτιστα με κιβωτό χρωμάτων

καθώς δυο σύννεφα του χθεσινού λυγμού

λικνίζονται στον ολογάλανο βυθό

της κόρης των ματιών της

 

ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΗΧΩ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΤΟΥΣ

το θέμα ήταν η αδημονία των χρωμάτων

εφησυχασμένο ασπρόμαυρο γυμνών κορμιών

οριζοντίως και καθέτως υποψίες μοβ

στιχομυθίες χειλικές μπορντό

που ονειρεύονται την ηχώ της μοναξιάς τους

με υπαινιγμούς της Αλεξάνδρειας που χάνεται

 

καλός αγωγός γυμνού διλήμματος:

δίχα στεναγμών, περί κάλλους

περίακτοι συμβολισμοί με νήπιους πυρετούς

μέσα συθέμελης ζωής μετείκασμα θνητό

μικρό πράσινο επίνειο επιούσιας ομοιοκαταληξίας

ούρλιαξε σαν έτοιμο από καιρό

της λαγνείας σου τον τελευτώντα ρεμβασμό

 

κύκνειοι κάλυκες αείφυλλων γυναικών

στα έγκατα κτερίσματα της ρέμβης του PC μου

 

ΑΠΛΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΛΕΓΟΝΤΟΣ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΜΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

Ιώ Βάκχε ευοί

σημείο απέραντο δυο κατά λέξη δισταγμών

χαρίζοντας τη λάμψη του τυχαίου «κλικ»

στις λέξεις που έντυσαν κατάσαρκα

είλωτες υπερρεαλισμούς-

απλή σκέψη του λέγοντος όνειρα του μη πραγματικού

ικεσίας στεφάνι σε ποιο βωμό;

 

 

ο φακός από μόνος του από μηχανής Ποίημα

αγγίζει υποβολιμαία της φωτοσκίασης το χάζι

καθώς απ’ τα ψηλά τ’ αλώνια διγενών στίχων

γυναίκα ποθεινότερη απ’ τα κρουστά φτερά της

ανασαίνει ριπές μονοσύλλαβης ερημίας

 

 

ο φωτογράφος εντωμεταξύ παλίμβουλος

γλιστρά και χάνεται

σε αυτοσχέδιες ζωγραφιές

νερατζούλας φουντωτής…

 

ΙΣΟΒΙΕΣ ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ ΜΕ ΝΗΠΙΑ ΒΗΜΑΤΑ ΔΙΧΩΣ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΥΣ ΟΝΟΜΑ ΑΚΟΜΑ

εφηβείες δαμασκηνιές μες σε χαλκόδετες ορμές

ποτάμια υφιστάμενα στα κόκαλα της μοναξιάς

 

 

επιθυμία ασέλωτη φοράδα

θελκτική φυγή προσωπικού μύθου

με ύπουλη αφθονία αναρρίχησης

σμίγουν στον ύπνο και το ξύπνο μου

ισόβιες διαθέσεις με νήπια βήματα

κι η στειρότητα εμβόλιμης βροχής

σαστίζει μπρος στου φακού τα ρυθμικά τα μάγια-

 

 

με χρυσή ανταύγεια ονείρου στα μαλλιά

τρέχων λυρισμός αμφίσημων συμβολισμών

σε μιαν απαρνημένη γεωγραφία του σώματος

ευκτικές ανδρειωμένης μπόρας

 

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΛΕΞΗΣ

μόνος έμεινα με το μαχαίρι και τη νύχτα

γύρω από μια σκιά υδροχόου άνοιξης

μέχρι το πετσί της μοναξιάς της κόμοδης

ποια ηδονή του ιμπρεσιονισμού ασπρόμαυρου τοπίου;

σε ποιον ιστό του μέλλοντος σκύβαλο παραλήρημα;

τι με φιλεύει η αναμονή που έχω κλωσήσει;

κεραυνοβόλα σύμπτωση έρωτα και πηλού…

 

 

εκ των υστέρων

εισβάλλουνε σε φόντο μπλάβο μυθικό

γαλάζιοι πόθοι με την περαστική ματαιοδοξία τους

πείσματα νηπενθή στη μισάνοιχτη ρέμβη τους,

τελεία και παύλα ευπρεπής-

Αίμονας, Οιδίποδας κι άλλοι μασκοφόροι

«εὐθύς νέοι ὄντες»,

«παρά γνώμην κινδυνευταί»

τέτοιοι εμείς γεννηθήκαμε…

«γένοιτο μεντάν χατέρω καλῶς ἔχον»

δια «ἐλέου καί φόβου» κάθαρση

 

μόνος έμεινα με το μαχαίρι και τη νύχτα

σκύβαλο παραλήρημα υδροχόου άνοιξης

 

[Τάσος Κάρτας, Οι λέξεις μέσα στο Ποίημα εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι εικόνες που τις έντυσαν λαβύρινθος επιθυμίας λέξεων «για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν» ερήμην – στίχοι εικονολάτρες φωτογραφία λεξιθήρας και η ευπροσήγορη ηχώ της μοναξιάς στο τεντωμένο σχοινί μιας ανάγκης λανθάνουσας για ουρανό!]