Εν ριπή κοπετού φωνήεντα εκκρεμή με «γης μαδιάμ» και έξω φρενών», αν γίνουν ποίημα σέπεται, αν μείνουν στη σιωπή τρώνε τα σωθικά τους

ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΠΤΕΡΝΑ ΦΥΛΛΟΒΟΛΟΥ ΛΟΓΟΥ

προφητεύω τη χρυσή βροχή

με σινιάλο υγρόληκτα μογγολικά στιχάκια

η αλήθεια της ζωγραφιάς των στίχων

κουμπωμένη μέχρι το λαιμό-

αχίλλειος πτέρνα φυλλοβόλου λόγου

 

 

μες στη στρεβλή αναίδεια της νυκτός

υποτακτική αιδώς χθόνιων ήχων

 

ω τάδε βίωμα, ω δείνα μετοικεσία

εν πολλαίς αμαρτίαις ομοούσιο όνομα αυγερινής

ανάγλυφη χλωμή, πρωτόπλαστη πελιδνή

ένας καβγάς πολύτιμος

που απόμεινε Νεφέλη,

πολυώνυμη λερναία εμμονή

με τα φτερά της καστανιέτες στο χορό των λουλουδιών-

 

είναι άραγε το μήνυμα όπου μπορεί να τελειώνει

η συναίνεση που εξασφάλισε

το ποίημα μου το γανωμένο στο μίτο λουλουδιών;

 

Εμβόλιμα στη μεταφυσική ανησυχία

διαδραματίστηκαν δυο σώματα γυμνά

 

ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΣ ΡΕΜΒΗ ΜΕ ΔΙΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ

ποίημα που τεντώθηκε στους στίχους

στίχοι μες τη νύχτα

εν ριπή κοπετού φωνήεντα εκκρεμή

με «γης μαδιάμ» και «έξω φρενών»

 

 

αν γίνουν ποίημα σέπεται

αν μείνουν στη σιωπή τρώνε τα σωθικά τους

 

σφίγγα χιαστί, λόγια μικρά

μοναξιά αυτόματη γραφή

απ’ το φιλί που δεν κατάλαβε

το λυρικό του πάντα

απ’ τη λάμψη και τους υπαινιγμούς

που έχουν τα όνειρα

 

βολεύονται τα χέρια των ποιητών

στην έτοιμη δομή ραγδαίων στίχων

λάθρα βιώσαντες

χρησμούς γραμματιζούμενους

 

ερείπια ιερόδουλα γαλάζιου λώρου της ζωής

για ένα βλέμμα μισοφέγγαρο πυρρό

 

ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ ΞΕΓΕΛΑΕΙ Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

ο στίχος σου ο πεντακοσιομέδιμνος λέξη ζευγίτης

συνειδητή παρήχηση σκιρτήματος συμβολισμών

που άνοιξε τα χρώματα στο φόρεμα της άνοιξης,

που άκουσε τον άνεμο πρωθύστερης έπαρσης,

που στης πράσινης θάλασσας το κατωσέντονο

στρώνει σιωπή υποτείνουσα ιωβηλαίου καταπέλτη

 

Κάλπικος καλπάζει ο λόγος της ειρωνείας

τον εαυτό της ξεγελάει

η εξομολόγηση στην ενδοχώρα του Ποιήματος

αδύνατον να παραδεχθείς την Ομοιοκαταληξία

συγκαλυμμένου ρεμβασμού

 

κι απεγνωσμένα από τότε

άλλος προφήτης Ηλίας στίχος

προνομιακός αφηγητής φωτιάς,

προβάρει τη μηδενική εστίαση της δυνατής κραυγής του

στ’ αργυρό δισάκι εσωτερικού μονόλογου

 

ερήμην της μεταφυσικής άπλετου σώματος

 

ΠΡΟΣΗΚΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΤΟ ΚΑΤΑΠΕΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΙΧΩΝ

λέξεις σαν έτοιμες από καιρό

όνειρα σαν βγουν στις αποστάσεις τους

μέσα συθέμελη σιωπή, δέλτα δενδρόβιο

άναυλο και φευγαλέο «κλικ»

φιλί κρυμμένο

στον επίγειο λυρισμό μιας άνοιξης

 

«συν Αθηνά» και σέλας στιλπνόν

έτη φωτός στα χρώματα της σέπιας

ασύδοτοι υπαινιγμοί παλίρροιας

με την οδύνη της ικεσίας τους στη διαπασών-

το καταπέτασμα της εξουσίας στίχων…

 

 

θα κορφολογήσω στο φασκιωμένο

με λιλά κι άσπρα χρυσάνθεμα

κολοβό μου ποίημα

προσήκον κόκκινο ανοιχτό

 

λαξευμένο ανάγλυφο φωνήεν

στην άκρη μεταξένιου ονείρου

 

Μ’ ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ ΖΩΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΜΕΣΟΦΟΡΙ ΤΗΣ ΛΕΞΗ ΠΟΝΤΟΠΟΡΟΣ ΕΝΔΟΜΥΧΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

ποιητής με μύτη Σιρανό

και πρόσωπο χασάπικο σαράντα

στην αγκαλιά μάγισσας νύχτας

που φέρνει στα κλαδιά της

ποιήματα λωτοφάγα

 

Ν’ αποτάσσεις ενδοιασμούς και φόβο ρούχων

να ιδιοποιείσαι οργασμούς

κι όμως να μην ενδίδεις κατά μέσα

με προσωπίδες άνοιξης

να κοσκινίζεις τους αγρούς

ένα τοπίο με καλές προθέσεις καμουφλάζ

 

δος ημιν την περόνη σου σήμερα

την έκρηξή σου άρτον ημών

την ήβη κλαίουσα

σύσσωμη σύγκορμη φυγή

 

Συλλογή μοναξιάς λέξεων

σμήνος μνήμες πουλιών

νυν και αεί μέσα στη νοσταλγία

 

[Τάσος Κάρτας, Οι λέξεις μέσα στο Ποίημα εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι εικόνες που τις έντυσαν λαβύρινθος επιθυμίας λέξεων «για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν» ερήμην – στίχοι εικονολάτρες φωτογραφία λεξιθήρας και η ευπροσήγορη ηχώ της μοναξιάς στο τεντωμένο σχοινί μιας ανάγκης λανθάνουσας για ουρανό!]