Μια νύχτα το ίδιο περαστικό όνειρο στον τόπο της πρώτης λέξης

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΕ ΣΤΑΣΗ ΦΑΥΛΗΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Όλα ήταν ριγμένα στο μεγάλο πιθάρι της φαντασίας

προθέσεις ερασιτέχνη φωτογράφου

με εσωτερικές διαστάσεις χίλιες και μια νύχτες,

δρομολόγια επιθυμιών αεί και νυν

μ’ επιστροφή από το ζουμ

όπου δαγκώνει τα όνειρα στις ρώγες:

ναύλος για τη λινή κοιτίδα της κυριολεξίας,

επίνειο του τμήματος μεταγωγών των στίχων

 

 

κι από την έξω τη μεριά

γυναίκα σε στάση φαύλης αναμονής

άκρατη ποζάρει στη δίνη της παρομοίωσής της

καθώς από το διερχόμενο ανοιχτό παράθυρο

ξεπροβάλλει προσεχώς σαν το κυρίως θέμα

ειδυλλιακό τοπίο νεκρής φύσης,

που με τους σταλακτίτες επικεφαλής

σεληνιάζεται ανερμάτιστα με κιβωτό χρωμάτων

καθώς δυο σύννεφα του χθεσινού λυγμού

λικνίζονται στον ολογάλανο βυθό

της κόρης των ματιών της

 

ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΗΧΩ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΤΟΥΣ

το θέμα ήταν η αδημονία των χρωμάτων

εφησυχασμένο ασπρόμαυρο γυμνών κορμιών

οριζοντίως και καθέτως υποψίες μοβ

στιχομυθίες χειλικές μπορντό

που ονειρεύονται την ηχώ της μοναξιάς τους

με υπαινιγμούς της Αλεξάνδρειας που χάνεται

 

καλός αγωγός γυμνού διλήμματος:

δίχα στεναγμών, περί κάλλους

περίακτοι συμβολισμοί με νήπιους πυρετούς

μέσα συθέμελης ζωής μετείκασμα θνητό

μικρό πράσινο επίνειο επιούσιας ομοιοκαταληξίας

ούρλιαξε σαν έτοιμο από καιρό

της λαγνείας σου τον τελευτώντα ρεμβασμό

 

κύκνειοι κάλυκες αείφυλλων γυναικών

στα έγκατα κτερίσματα της ρέμβης του PC μου

 

ΑΠΛΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΛΕΓΟΝΤΟΣ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΜΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

Ιώ Βάκχε ευοί

σημείο απέραντο δυο κατά λέξη δισταγμών

χαρίζοντας τη λάμψη του τυχαίου «κλικ»

στις λέξεις που έντυσαν κατάσαρκα

είλωτες υπερρεαλισμούς-

απλή σκέψη του λέγοντος όνειρα του μη πραγματικού

ικεσίας στεφάνι σε ποιο βωμό;

 

 

ο φακός από μόνος του από μηχανής Ποίημα

αγγίζει υποβολιμαία της φωτοσκίασης το χάζι

καθώς απ’ τα ψηλά τ’ αλώνια διγενών στίχων

γυναίκα ποθεινότερη απ’ τα κρουστά φτερά της

ανασαίνει ριπές μονοσύλλαβης ερημίας

 

 

ο φωτογράφος εντωμεταξύ παλίμβουλος

γλιστρά και χάνεται

σε αυτοσχέδιες ζωγραφιές

νερατζούλας φουντωτής…

 

ΙΣΟΒΙΕΣ ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ ΜΕ ΝΗΠΙΑ ΒΗΜΑΤΑ ΔΙΧΩΣ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΥΣ ΟΝΟΜΑ ΑΚΟΜΑ

εφηβείες δαμασκηνιές μες σε χαλκόδετες ορμές

ποτάμια υφιστάμενα στα κόκαλα της μοναξιάς

 

 

επιθυμία ασέλωτη φοράδα

θελκτική φυγή προσωπικού μύθου

με ύπουλη αφθονία αναρρίχησης

σμίγουν στον ύπνο και το ξύπνο μου

ισόβιες διαθέσεις με νήπια βήματα

κι η στειρότητα εμβόλιμης βροχής

σαστίζει μπρος στου φακού τα ρυθμικά τα μάγια-

 

 

με χρυσή ανταύγεια ονείρου στα μαλλιά

τρέχων λυρισμός αμφίσημων συμβολισμών

σε μιαν απαρνημένη γεωγραφία του σώματος

ευκτικές ανδρειωμένης μπόρας

 

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΛΕΞΗΣ

μόνος έμεινα με το μαχαίρι και τη νύχτα

γύρω από μια σκιά υδροχόου άνοιξης

μέχρι το πετσί της μοναξιάς της κόμοδης

ποια ηδονή του ιμπρεσιονισμού ασπρόμαυρου τοπίου;

σε ποιον ιστό του μέλλοντος σκύβαλο παραλήρημα;

τι με φιλεύει η αναμονή που έχω κλωσήσει;

κεραυνοβόλα σύμπτωση έρωτα και πηλού…

 

 

εκ των υστέρων

εισβάλλουνε σε φόντο μπλάβο μυθικό

γαλάζιοι πόθοι με την περαστική ματαιοδοξία τους

πείσματα νηπενθή στη μισάνοιχτη ρέμβη τους,

τελεία και παύλα ευπρεπής-

Αίμονας, Οιδίποδας κι άλλοι μασκοφόροι

«εὐθύς νέοι ὄντες»,

«παρά γνώμην κινδυνευταί»

τέτοιοι εμείς γεννηθήκαμε…

«γένοιτο μεντάν χατέρω καλῶς ἔχον»

δια «ἐλέου καί φόβου» κάθαρση

 

μόνος έμεινα με το μαχαίρι και τη νύχτα

σκύβαλο παραλήρημα υδροχόου άνοιξης

 

[Τάσος Κάρτας, Οι λέξεις μέσα στο Ποίημα εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι εικόνες που τις έντυσαν λαβύρινθος επιθυμίας λέξεων «για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν» ερήμην – στίχοι εικονολάτρες φωτογραφία λεξιθήρας και η ευπροσήγορη ηχώ της μοναξιάς στο τεντωμένο σχοινί μιας ανάγκης λανθάνουσας για ουρανό!]